ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2015

Τα Top Ten του μήνα

1. BATTLEROAR
BLOOD OF LEGENDS (2014)
2. WAR DANCE
WRATH FOR THE AGES (2015)
3. SOLITARY SABRED
REDEMPTION THROUGH FORCE (2014)
4. SABATON
HEROES (2014)
5. THE STORYTELLER
SACRED FIRE (2014)
6. PALLBEARER
FOUNDATIONS OF BURDEN (2014)
7. FUNERAL CIRCLE
FUNERAL CIRCLE (2013)
8. BELOW
ACROSS THE DARK RIVER (2014)
9. ISOLE
THE CALM HUNTER (2014)
10. DARK NIGHTMARE
BENEATH THE VEILS OF WINTER (2012)

Οι επιλογές του μήνα

ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Εκδόσεις Σαββάλας
 
Το περίφημο ευφυολόγημα του Κερκυραίου Γεωργίου Καλοσγούρου το 1894 (Καλοσγούρος 1986, 90) ότι η πνευματική αναγέννηση (δηλαδή η Ανατολή) του νεοελληνικού έθνους προήλθε από τη Δύση (δηλαδή τα Ιόνια Νησιά), καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό -και παρά την υποψία του «τοπικισμού» την οποία δημιουργεί- το τεράστιο μέγεθος της επτανησιακής προσφοράς στη διαμόρφωση των νεοελληνικών γραμμάτων αλλά και πολιτισμού ευρύτερα. Με βάση την καθιερωμένη αποτίμηση η προσφορά αυτή συνήθως εξαντλείται στους δύο κορυφαίους ποιητές του νεοελληνικού λυρισμού του 19ου αιώνα, τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ανδρέα Κάλβο, οι οποίοι με την ευρωπαϊκού διαμετρήματος ποίησή τους υπερβαίνουν τα στενά όρια ενός περιφερειακού πολιτισμού (όπως ο επτανησιακός) ή ακόμη και μιας εθνικής λογοτεχνίας (όπως η νεοελληνική). Το αυτονόητο, ωστόσο, συμπέρασμα ότι με τον Σολωμό και τον Κάλβο η νεοελληνική ποίηση «ηύρε την πιο καλή και τη γλυκιά της ώρα», δεν αναιρεί την εξίσου πρόδηλη διαπίστωση ότι η Επτάνησος προσέφερε κι άλλους εξαιρετικούς συγγραφείς οι οποίοι, οσοδήποτε κι αν δεν έφθασαν στο εκφραστικό ύψος του Σολωμού ή του Κάλβου, υπήρξαν αρκετά σημαντικοί και κρίσιμοι για να επισκιάζονται ή, ακόμη χειρότερα, να αγνοούνται. Δεν θα έπρεπε, άλλωστε, να λησμονείται ότι η Επτάνησος καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρξε ένα γόνιμο κέντρο έντονων πνευματικών ζυμώσεων και αναζητήσεων για τον απλούστατο λόγο ότι δεν γνώρισε ποτέ την τουρκική κατοχή και, επομένως, την πολιτισμική ερήμωση που επέβαλε στην υπόλοιπη Ελλάδα η Οθωμανική κυριαρχία. Η μακραίωνη διοίκηση των Νήσων από τη Δύση (κυρίως τους Ενετούς και εν συνεχεία τους Άγγλους), οσοδήποτε δυναστευτική, αυθαίρετη ή απολυταρχική κι αν θεωρηθεί ότι ήταν, αφενός δεν συγκρίνεται με εκείνη της Οθωμανικής δεσποτείας κι αφετέρου, διασφάλισε μέσω της παροχής διοικητικών προνομίων ένα υψηλότατο βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της επτανησιακής αριστοκρατίας και ευγένειας. Συνεπικουρούμενα από το γεωγραφικό τους στίγμα που τα καθιστά το ακρότατο προς δυσμάς όριο της Ελλάδας τα Επτάνησα θα λέγαμε ότι αποτέλεσαν εκείνον τον κρίσιμο ενδιάμεσο χώρο εισδοχής και διάχυσης των προοδευτικών ιδεών του δυτικού πολιτισμού στον υπόλοιπο νεοελληνικό κόσμο που έμοιαζε να έχει καθηλωθεί στην «καθυστέρηση» και τη «στασιμότητα» της Ανατολής. Έχοντας συνείδηση της πνευματικής και πολιτισμικής τους υπεροχής έναντι των υπολοίπων Ελλήνων, οι Επτανήσιοι θεώρησαν τους εαυτούς τους αρμοδιότερους για να αναλάβουν τα ηνία της πολιτικής και πολιτισμικής ανασυγκρότησης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. και μολονότι τούτη ακριβώς η φιλοδοξία τους θα αποτελέσει τη βάση της μακροχρόνιας αντιπαράθεσής τους με τη Φαναριώτικη και την Αθηναϊκή Σχολή, οι οποίες εξέφραζαν αντίστοιχες ηγετικές βλέψεις, για τον Καλοσγούρο (1986, 153), η επτανησιακή πρωτοκαθεδρία αποτυπωνόταν συμβολικά στις εμβληματικές μορφές του Σολωμού ως εθνικού ποιητή των Ελλήνων αλλά και του Κερκυραίου Ιωάννη Καποδίστρια ως του πρώτου εθνικού κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδας.

Κάτω από αυτούς τους όρους και τις προϋποθέσεις μια συνολική επισκόπηση και αποτίμηση της επτανησιακής ιδιαιτερότητας δεν θα μπορούσε παρά να θεωρηθεί επιτακτική και αναγκαία, ιδιαιτέρως όταν παλαιότερες εργασίες επί του ζητήματος, όπως τα Επτανησιακά Μελετήματα του Γ.Θ. Ζώρα ή η Επτανησιακή Λογοτεχνία του Φ.Κ. Μπουμπουλίδη, πέραν της παλαιότητας ή της αποσπασματικότητας που επέβαλλε η εξειδίκευσή τους, έχουν εξαντληθεί προ πολλού ώστε να καθίστανται δυσεύρετες για τον υποψήφιο αναγνώστη. Το βιβλιογραφικό αυτό κενό αναλαμβάνει να καλύψει με επιτυχία και επάρκεια η προτεινόμενη Επτανησιακή Σχολή του Θεοδόση Πυλαρινού, καθώς η δόκιμη θητεία του τελευταίου στα επτανησιακά πράγματα τόσο ως ειδικού ερευνητή όσο και ως καθηγητή της φιλολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο αποτελεί από μόνη της εγγύηση για την ευόδωση του όλου εγχειρήματος.

Είναι προφανές ότι ο Πυλαρινός δεν χρησιμοποιεί την έννοια της «Επτανησιακής Σχολής» στον τίτλο του βιβλίου του με την καθιερωμένη σημασία που αυτή προσέλαβε στις Ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και στα σχολικά εγχειρίδια, ιδιαιτέρως μετά τη θεωρητική συστηματοποίησή της από τον Κωστή Παλαμά, ο οποίος την κατέστησε συνώνυμη του «σολωμισμού», καθώς σε αυτό το επίπεδο η ίδια η έννοια της «σχολής» προϋποθέτει και επιβάλλει την καταλυτική παρουσία ενός δασκάλου και γενάρχη που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι άλλος από τον Διονύσιο Σολωμό. Αποκλείοντας από τον αισθητικό και γλωσσικό κανόνα της την ιδιόμορφη περίπτωση του Ανδρέα Κάλβου, τούτη η παλαμικής υφής έννοια της «επτανησιακής σχολής» έχει ένα περιορισμένο εύρος εφαρμογής σε Επτανήσιους συγγραφείς του 19ου αιώνος όπως ο Τερτσέτης, ο Βαλαωρίτης, ο Πολυλάς, ο Τυπάλδος ή ο Μαρκοράς, των οποίων οι δημιουργίες θεωρούνται πάντα κάτω από τη «βαριά σκιά» που ρίχνει στην υπόλοιπη Επτάνησο το σολωμικό έργο. Αξιολογώντας ως άδικους τους αποκλεισμούς αλλά και τους περιορισμούς που επιβάλλει τούτη η ειδική έννοια της «επτανησιακής σχολής», ο Πυλαρινός διευρύνει το περιεχόμενο του όρου σε τέτοιο βαθμό ώστε να περιλαμβάνει όλη τη λογοτεχνία που γράφτηκε στα Επτάνησα από τα τέλη του 17ου μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Ο μελετητής, ασφαλώς, δεν παραγνωρίζει ότι η ένταξη κάθε επτανησιακής δημιουργίας σε μια «σχολή» που έχει ως μοναδικό κριτήριο το γεωγραφικό στίγμα της προέλευσής της απειλεί να ακυρώσει την ενότητα και τη συνοχή που επιβάλλει η ίδια η έννοια της «σχολής», η οποία εξ ορισμού προϋποθέτει κοινή τεχνοτροπία ή κοινά αισθητικά και ιδεολογικά κριτήρια. Ο ερμηνευτικός αυτός σκόπελος, ωστόσο, παρακάμπτεται επιτυχώς, αν εννοηθεί ότι ο όρος «επτανησιακή σχολή» χρησιμοποιείται από τον Πυλαρινό με την ευρύτερη σημασία του «επτανησιακού πολιτισμού». Κι αν, όπως προαναφέραμε, η Επτάνησος, εξαιτίας της γεωγραφίας και της ιστορίας της, παρουσιάζει όλα τα διακριτικά γνωρίσματα και τις ιδιοτυπίες ενός περιφερειακού πολιτισμού, τότε προφανώς η χρήση του όρου «σχολή» όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά και νομιμοποιείται στο βαθμό που επιτυγχάνει να αποδίδει αυτήν ακριβώς την πολιτισμική ιδιαιτερότητα την οποία εκπροσωπούν τα Επτάνησα. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να πει ότι οι ευσύνοπτες και συνάμα εύστοχες αναφορές του Πυλαρινού και σε άλλους, πέραν της λογοτεχνίας, τομείς του επτανησιακού πολιτισμού όπως η ιστοριογραφία, το θέατρο και η μουσική, ολοκληρώνουν αυτή την πανοραμική χαρτογράφηση του επτανησιακού πνεύματος την οποία επιχειρεί, χωρίς να ελέγχεται από το μονόπλευρο «σολωμισμό» τον οποίο εισήγαγε η καθιερωμένη έννοια της επτανησιακής σχολής, αλλά και χωρίς να ενδίδει στον κατακερματισμό και το σχολαστικισμό τον οποίο επέβαλλαν παλαιότεροι γραμματολογικοί όροι όπως αυτοί της «Ζακυνθινής» ή της «Κερκυραϊκής» Σχολής.

Μολονότι από τα κεφάλαια του βιβλίου δεν λείπουν οι «σολωμοκεντρικοί» τίτλοι (όπως, λόγου χάριν, στα κεφάλαια «Οι προσωλομικοί» ή «Οι πρώτοι σολωμικοί»), ο ίδιος ο Πυλαρινός διευκρινίζει ότι τους χρησιμοποιεί συμβατικά και για λόγους συνεννοήσεως χωρίς σε καμία περίπτωση να θίγει την αυτονομία των εξεταζόμενων συγγραφέων. Ούτως ή άλλως τα δύο ευσύνοπτα κεφάλαια που αφιερώνει αυτόνομα στον Κάλβο και τον Σολωμό καταδεικνύουν την πρόθεσή του να μην εξαρτήσει τη μελέτη του αποκλειστικά από τους δύο κορυφαίους ποιητές της Επτανήσου. και με δεδομένη την ογκώδη βιβλιογραφία ή την πληθώρα ειδικών μελετών και μονογραφιών που διαθέτουμε για τον Σολωμό και τον Κάλβο, το εγχείρημα του Πυλαρινού όχι μόνον κρίνεται ως δόκιμο ή νόμιμο αλλά και απολύτως ευπρόσδεκτο. Με αυτούς τους όρους ο Πυλαρινός αφιερώνει επίσης ξεχωριστά κεφάλαια στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (του οποίου η ποιητική εμβέλεια και δόξα ξεπερνούσε κατά πολύ την ποιητική απήχηση του Σολωμού μέσα στον 19ο αιώνα), τον Λορέντζο Μαβίλη (ο οποίος καλλιέργησε και τελειοποίησε εκφραστικά το ιταλικό -και επομένως βαθιά ριζωμένο στην Επτάνησο- ποιητικό είδος του σονέτου, με αποτέλεσμα να θεωρείται ένας εκ των κορυφαίων νεοελλήνων σονετογράφων) και τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη (του οποίου η χρωματισμένη από τον ηθογραφικό ρεαλισμό και την κοινωνιολογική κριτική πεζογραφία στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα θα συνενώσει με μοναδικό τρόπο τον παλαιότερο επτανησιακό ιδεαλισμό με το νεοεμφανιζόμενο ευρωπαϊκό σοσιαλισμό).

Εξαιρετικό όμως ενδιαφέρον παρουσιάζουν για τον αναγνώστη εκείνα τα κεφάλαια του βιβλίου που επισκοπούν τη λογοτεχνική παραγωγή καθενός νησιού ξεχωριστά (της Κέρκυρας, της Ζακύνθου, της Λευκάδας, της Κεφαλονιάς, της Ιθάκης και των Κυθήρων) καθώς, χωρίς να θίγουν τον «ενιαίο» χαρακτήρα του επτανησιακού φαινομένου, αναδεικνύουν εκείνες τις λεπτές τοπικές (γεωγραφικές, ιστορικές και οικονομικές) ιδιαιτερότητες και διαφοροποιήσεις που παρουσιάζουν τα Νησιά αναμεταξύ τους και αποτρέπουν την άκριτη ομαδοποίησή τους κάτω από μια ισοπεδωτική και εντέλει παραμορφωτική ομοιομορφία. Στο βαθμό μάλιστα που αυτά τα κεφάλαια φέρνουν στην επιφάνεια άγνωστες μορφές και έργα της επτανησιακής λογοτεχνίας, προσδίδοντας πλέον στο βιβλίο ένα λεπτομερειακό και εξαντλητικό χαρακτήρα ο οποίος αποδεικνύει πρωτίστως τη γνωστική επάρκεια του μελετητή για το αντικείμενό του, καθίσταται σαφές ότι η Επτανησιακή Σχολή δεν ενδείκνυται μόνο για τον αμύητο αναγνώστη αλλά και για τον ειδικό μελετητή των επτανησιακών γραμμάτων. Εξίσου λεπτομερειακά και πυκνά αποδεικνύονται όμως και τα αντίστοιχα κεφάλαια που αφορούν τη λεγόμενη «παρακμή» του επτανησιακού πνεύματος στις αρχές του 20ου αιώνα, όπου η διοικητική αφομοίωση της Επτανήσου από την Ελλάδα μετά την Ένωση του 1865 θα αρχίσει πλέον να αποδίδει καρπούς και ως προς το ζήτημα της πολιτισμικής απορρόφησης των Επτανήσιων από τον κυρίαρχο πνευματικό κανόνα της νέας Αθηναϊκής Σχολής τον οποίο κατά κύριο λόγο εκπροσώπησαν ο Κωστής Παλαμάς και ο Γιάννης Ψυχάρης. Έχοντας ασχοληθεί επισταμένα με την εν λόγω περίοδο εξαιτίας της διδακτορικής του διατριβής που αφορά μια από τις τελευταίες εκπροσώπους της λεγόμενης «Κερκυραϊκής Σχολής», την Ειρήνη Δεντρινού (βλ. Πυλαρινός 1997), ο Πυλαρινός αναλύει λεπτομερειακά και με πλήθος παραδειγμάτων πως ο αθηνοκεντρικός χαρακτήρας του νεοελληνικού κράτους οδήγησε στην αφομοίωση και, επομένως, στην κατάργηση όλων εκείνων των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων που προσδιόριζαν την Επτάνησο ως κομμάτι της ελληνικής περιφέρειας. Χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει ασφαλώς ότι ο πολιτισμός αίφνης εξαλείφθηκε από την Επτάνησο -τρανό παράδειγμα στον 20ο αιώνα ο Λευκαδίτης Άγγελος Σικελιανός ο οποίος οφείλει τα μέγιστα στην επτανησιακή ποίηση του 19ου αιώνος-, η επτανησιακή δημιουργία χάνει πλέον το τοπικό της στίγμα, έτσι ώστε να αναγορεύεται αυτομάτως σε «ελληνική».

Συνοψίζοντας το εγχείρημα του Πυλαρινού θα έλεγε κανείς ότι το βιβλίο του, χωρίς να χάνει τον πρωταρχικό του στόχο που είναι η ιστορική και φιλολογική πληροφόρηση του μη-ειδικού αναγνώστη για την επτανησιακή λογοτεχνία, αποδεικνύεται εξίσου πολύτιμο για τον ειδικό μελετητή και ερευνητή. Είναι προφανές ότι ο εισαγωγικός χαρακτήρας του βιβλίου και η πυκνότητα την οποία επιβάλλει δεν επιτρέπει τη διεξοδική περαίωση των ζητημάτων που το κάθε κεφάλαιο ανοίγει ξεχωριστά. Αλλά στο βαθμό που το καθένα από αυτά τα ζητήματα θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνο του αντικείμενο αυτόνομης μελέτης ή διδακτορικής διατριβής, τα πρωτογενή ιστορικά και φιλολογικά δεδομένα που αφειδώς και γενναιόδωρα παρέχει σε κάθε κεφάλαιο ο Πυλαρινός καθιστούν, μεταξύ άλλων, το βιβλίο του, εκτός από μια πλήρη και εμπεριστατωμένη εισαγωγή στην επτανησιακή λογοτεχνία, και ένα απαραίτητο έργο υποδομής για όλους τους μελλοντικούς ερευνητές και μελετητές του επτανησιακού φαινομένου. Εν κατακλείδι, η Επτανησιακή Σχολή αποδεικνύεται με την πιο πλήρη σημασία της λέξης η πληρέστερη και επαρκέστερη «Εγκυκλοπαίδεια» που διαθέτουν μέχρι στιγμής τα νεοελληνικά γράμματα για την επτανησιακή λογοτεχνία στο σύνολό της.

Δημήτρης Πολυχρονάκης

ΠΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
 

Θησαυροί από το 

παρελθόν

1. MANOWAR
INTO GLORY RIDE (1983)
2. VIRGIN STEELE
GUARDIANS OF THE FLAME (1983)
3. CIRITH UNGOL
ONE FOOT IN HELL (1986)
4. GRAVE DIGGER
RHEINGOLD (2003)
5. WIZARD
THOR (2009)
6. GRAND MAGUS
IRON WILL (2008)
7. THE STORYTELLER
THE STORYTELLER (2000)
8. ENFORCER
INTO THE NIGHT (2008)
9. PARAGON
REVENGE (2005)
10. MORIFADE
ACROSS THE STARLIT SKY (1998)